Χμμμ σήμερα τελείωσα σχετικά νωρίς το μάθημα. Πήρα μια φίλη μου και αναζητήσαμε το βάσανο του κάθε ανθρώπου που δεν έχει το προνόμιο του αυτκινήτου, λεωφορείο δηλαδις..Ή καλύτερα το ''μιαρό μέσο'' μιας και κανένας δεν καταδέχεται να τα χρησιμοποιεί πέραν:
-Γριες που πλέον η όραση τους περιορίζεται σε ότι βρίσκεται σε απσταση 5 εκ από τα θολωμένα μάτια τους.
-Εργατιά, φτώχεια καταραμένη και άτιμη κενωνία όλα μαζί.
-Μαθητές εφήβους φοιητές νέους κα αιώνιους
(πάντα κάνουμε λογον για πλειοψηφία..Δεν θα δεις επιχειρηματία εργαζόμενο κτλ.. Τέσπααα)
Η στάση ήταν γεμάτη,περιμέναμε υπομονετικά σαν λάμα έτοιμα να ανέβουν τις Άνδεις φορτωμένα εφόδια. Μαζί μας και μια γιαγιά.
Χαχαχαχα ήταν μια συμπαθητική φιγούρα η οποία με ρώτησε σχετικά με τις ώρες. Σιγά μην ήξερα. Μάζεψα όλο το σαβουαρ βιβρ που διαθέτω και απάντησα πεταρίζοντας: ''Λυπάμαι,και εμείς μόλις ήρθαμε,αν και δε νομίζω να καθυστερήσει''
Μετά από λίγο (δε ζήταγα καλύτερα κανά τζόκερ) σκάει μύτη το αστικον. Θα πηγαίναμε ως τα μισά και μετά θα παίρναμε το δικό μας.
Μπαίνουμε μέσα. Φίσκα η κονσέρβα. Ιδρωτίλα και μπόχα σε συνδυασμό με φτηνιάρικες κολώνιες των βλαχαντερών γυναικών. Ανέβαινει και η γιαγιάκα με τα πολλά.
Σταθήκαμε πίσω από την τετράδα και παρατηρούσαμε.
Ούτε ένας. Ούτε ένας δε φιλοτιμήθηκε να προσφέρει τη θέση του στη γιαγιά. Και ας την έβλεπαν με σακούλες. Και ας έβλεπαν πόσο πάλευε να κρατηθεί στο κάθε φρένο.
Η τετράδα για ''Τα ατομα χρήζοντα βοήθειας'' είχε καταλυφθει από 4 βόδια.
4 γυναίκες,που λίγο γλαύκωμα να είχες τις περνούσες άνετα για ένα κοπάδι μουρόχαβλων αγελάδων ντυμένες σαν ερμινες. Είχαν στρογγυλοκαθήσει και δεν νιώθανε ακόμα και βόμβα να ρίχναμε.
Χαζογελούσαν η μία στην άλλη με τα φιρμάτα γυαλιά ηλίου και το ότι θα πανε για ψώνια.
Και τότε σκέφτηκα δυνατά: ''Κανένας δεν θέλει να ξεβολευτεί για να κάτσει κάποιος που πραγματικά το έχει ανάγκη.''
Η φίλη μου με κοίταξε σαστισμένη. Εγώ συνέχισα: ''Κανείς. Ούτε καν οι 4 καλοανθρεμμένες κορασίδες δεν κάνουν τον κώλο τους πιο κει να κάτσει''
Σε κάποια στιγμη μια κοπέλα πίσω πίσω σηκώθηκε και προσέφερε θέση. Δε ξέρω αν με άκουσε. Το βλέμμα της γιαγιάκας ήταν γεμάτο ευγνωμοσύνη για την θέση.
Οι αγελάδες ογικά έκαναν τους τουρίστες.
Η στάση μας ήταν η επόμενη.
Το παγερό τους βλέμμα το ένιωσα λίγο πριν βγω.
Μα πώς τόλμησα να θίξω τις αφεντιές τους? Πού νομίζω πως είμαι?
Ελλάδα αγάπη μου..Ελλάδα.
-Γριες που πλέον η όραση τους περιορίζεται σε ότι βρίσκεται σε απσταση 5 εκ από τα θολωμένα μάτια τους.
-Εργατιά, φτώχεια καταραμένη και άτιμη κενωνία όλα μαζί.
-Μαθητές εφήβους φοιητές νέους κα αιώνιους
(πάντα κάνουμε λογον για πλειοψηφία..Δεν θα δεις επιχειρηματία εργαζόμενο κτλ.. Τέσπααα)
Η στάση ήταν γεμάτη,περιμέναμε υπομονετικά σαν λάμα έτοιμα να ανέβουν τις Άνδεις φορτωμένα εφόδια. Μαζί μας και μια γιαγιά.
Χαχαχαχα ήταν μια συμπαθητική φιγούρα η οποία με ρώτησε σχετικά με τις ώρες. Σιγά μην ήξερα. Μάζεψα όλο το σαβουαρ βιβρ που διαθέτω και απάντησα πεταρίζοντας: ''Λυπάμαι,και εμείς μόλις ήρθαμε,αν και δε νομίζω να καθυστερήσει''
Μετά από λίγο (δε ζήταγα καλύτερα κανά τζόκερ) σκάει μύτη το αστικον. Θα πηγαίναμε ως τα μισά και μετά θα παίρναμε το δικό μας.
Μπαίνουμε μέσα. Φίσκα η κονσέρβα. Ιδρωτίλα και μπόχα σε συνδυασμό με φτηνιάρικες κολώνιες των βλαχαντερών γυναικών. Ανέβαινει και η γιαγιάκα με τα πολλά.
Σταθήκαμε πίσω από την τετράδα και παρατηρούσαμε.
Ούτε ένας. Ούτε ένας δε φιλοτιμήθηκε να προσφέρει τη θέση του στη γιαγιά. Και ας την έβλεπαν με σακούλες. Και ας έβλεπαν πόσο πάλευε να κρατηθεί στο κάθε φρένο.
Η τετράδα για ''Τα ατομα χρήζοντα βοήθειας'' είχε καταλυφθει από 4 βόδια.
4 γυναίκες,που λίγο γλαύκωμα να είχες τις περνούσες άνετα για ένα κοπάδι μουρόχαβλων αγελάδων ντυμένες σαν ερμινες. Είχαν στρογγυλοκαθήσει και δεν νιώθανε ακόμα και βόμβα να ρίχναμε.
Χαζογελούσαν η μία στην άλλη με τα φιρμάτα γυαλιά ηλίου και το ότι θα πανε για ψώνια.
Και τότε σκέφτηκα δυνατά: ''Κανένας δεν θέλει να ξεβολευτεί για να κάτσει κάποιος που πραγματικά το έχει ανάγκη.''
Η φίλη μου με κοίταξε σαστισμένη. Εγώ συνέχισα: ''Κανείς. Ούτε καν οι 4 καλοανθρεμμένες κορασίδες δεν κάνουν τον κώλο τους πιο κει να κάτσει''
Σε κάποια στιγμη μια κοπέλα πίσω πίσω σηκώθηκε και προσέφερε θέση. Δε ξέρω αν με άκουσε. Το βλέμμα της γιαγιάκας ήταν γεμάτο ευγνωμοσύνη για την θέση.
Οι αγελάδες ογικά έκαναν τους τουρίστες.
Η στάση μας ήταν η επόμενη.
Το παγερό τους βλέμμα το ένιωσα λίγο πριν βγω.
Μα πώς τόλμησα να θίξω τις αφεντιές τους? Πού νομίζω πως είμαι?
Ελλάδα αγάπη μου..Ελλάδα.
10:30 μ.μ. |
Category:
Εγώ και ο ΟΑΣΑ
|
8
φτωχές πλην τίμιες απόψεις

